ντόμακα
(ουσ. θηλ.)
ντόμακα
[ˈdomaka]
Μισθ.
τόματο
[ʹtomato]
Φλογ.
Πληθ.
ντόματσ̑ις
[ˈdomatʃis]
Μισθ.
ντόματες
[ˈdomates]
Αξ., Τροχ.
Αντιδάν. από το τουρκ. ουσ. domates, απώτερα ελλ. πληθ. του ιταλ. ουσ. tomata, και με το τέρμα -κα πιθ. α-ναλογ. προς το ουσ. πάτακα = πατάτα.
Ντομάτα
ό.π.τ.
:
Σ̑ηκώχα 'νταρά, πότ'σ̑α ντα ντόματσ̑ις
(Σηκώθηκα τώρα, πότισα τις ντομάτες)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Φά’ λίου ένα ντόμακα, φά' λίου κϋρί
(Φάε λίγη ντομάτα, φάε λίγο τυρί)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Και 'κείνο τι να φας; Ένα αλ’κό ψ̑άρ’ και ντόματες με τη σκόνη 'ντάμα
(Κι εκεί (στο χωράφι που δούλευες) τι να φας; Ένα παστό ψάρι και ντομάτες μαζί με την σκόνη)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1555
Τροποποιήθηκε: 12/06/2026