ντολμάς
(ουσ. αρσ.)
ντολμά
[dolˈma]
Ανακ., Αξ., Μαλακ., Μισθ., Σίλ., Σινασσ.
Πληθ.
ντολμάδια
[dolˈmaðʝa]
Μαλακ.
ντολμά
[dolʹma]
Σίλ.
Aπό το τουρκ. επίθ. dolma = γεμιστός. H λ. ήδη νεότ. με τύπ. δολμάς (Λεξ. Σομ.).
Τροποποιήθηκε: 08/08/2025