ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σαρμάς (ουσ. αρσ.) σαρμά [sarʹma] Σίλ. Πληθ. σαρμάδα [sarʹmaða] Τσουχούρ. σαρμάγια [sarʹmaʝa] Αραβ. Νεότ. ουσ. σαρμάς (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. sarma = α) τυλιγμένος β) ντολμάς γ) είδος παλαιστικής λαβής δ) είδος κεντήματος ε) στουπί.
Ντολμάς, αμπελόφυλλα γεμιστά με ρύζι ό.π.τ. : Τσιπ τα γεμέκα φτέγκαντα μο το πλεγούρι σαρμάδα, γεμωσμένα πιπέρα, πιλάφι (Όλα τα φαγητά τα έφτιαχναν με το πλιγούρι, σαρμάδες, πιπεριές γεμιστές, πιλάφι) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Ποίησ' ένα μπουλγούρ πιλαβού, νιούγα σ̑αρμά, νιούγα γκιλίτζα (Φτιάξε ένα πιλάφι με πλιγούρι, λίγα ντολμαδάκια, λίγα γιουβαρλάκια) Σίλ. -Εκμεκ. Συνών. ντολμάς
Τροποποιήθηκε: 12/06/2026