σαρμάς
(ουσ. αρσ.)
σαρμά
[sarʹma]
Σίλ.
Πληθ.
σαρμάδα
[sarʹmaða]
Τσουχούρ.
σαρμάγια
[sarʹmaʝa]
Αραβ.
Νεότ. ουσ. σαρμάς (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. sarma = α) τυλιγμένος β) ντολμάς γ) είδος παλαιστικής λαβής δ) είδος κεντήματος ε) στουπί.
Ντολμάς, αμπελόφυλλα γεμιστά με ρύζι
ό.π.τ.
:
Τσιπ τα γεμέκα φτέγκαντα μο το πλεγούρι σαρμάδα, γεμωσμένα πιπέρα, πιλάφι
(Όλα τα φαγητά τα έφτιαχναν με το πλιγούρι, σαρμάδες, πιπεριές γεμιστές, πιλάφι)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Ποίησ' ένα μπουλγούρ πιλαβού, νιούγα σ̑αρμά, νιούγα γκιλίτζα
(Φτιάξε ένα πιλάφι με πλιγούρι, λίγα ντολμαδάκια, λίγα γιουβαρλάκια)
Σίλ.
-Εκμεκ.
Συνών.
ντολμάς
Τροποποιήθηκε: 12/06/2026