σαρκιντώ
(ρ.)
σαρκι̂τώ
[sarkɯˈdo]
Σίλ.
Από τον αόρ. sarkıttı του τουρκ. ρ. sarkıtmak = α) κρεμώ β) απαγχονίζω.
Κρεμάω
:
Ζαφείρα σαρκι̂τά τα μαλλιά της
(Η Ζαφείρα κρεμάει τα μαλλιά της (ενν. για να πιαστεί η μητέρα της))
Σίλ.
-ΚΜΣ-CD
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026