μπεΐτι
(ουσ. ουδ.)
μπέτ'
[bet]
Μαλακ.
πιογιούτ'
[pçoʹʝut]
Φλογ.
Πληθ.
μπεΐτια
[beʹtça]
Σεμέντρ.
μπέτια
[ˈbetça]
Μαλακ.
Από το νεότ. ουσ. μπεΐτι και μπεγέτι (Mackridge 2021: 40, 83), το οπ. από το τουρκ. ουσ. beyit (beyti) = στίχος, όπου και παλαιότ. τύπ. beyt.
Στίχος
ό.π.τ.
:
Ποτ' λέει ετό το πιογιούτ'
(Όπως λέει αυτός ο στίχος)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
|| Φρ.
Κάλανdα τα μπέτια
(Oι στίχοι των κάλαντων˙ λόγια του αέρα, λόγια χωρίς ουσία)
Μαλακ.
-Τζιούτζ.
Τροποποιήθηκε: 13/07/2026