μπελαλίσα
(επίθ.)
Θηλ.
μπελαλίσα
[belaˈlisa]
Σίλ.
Από το επίθ. μπελαλής και το θηλ. επίθμ. -α.
Αυτή που προκαλεί μπελάδες
Τροποποιήθηκε: 22/04/2026