μπελ
(ουσ. ουδ.)
μπελ
[bel]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. bel = α) φτυάρι β) πατόφτυαρο.
Πατόφτυαρο
Πβ.
κουρέκι :1, φτυάρι
Τροποποιήθηκε: 07/02/2026