παχλαδόκκο
(ουσ. ουδ.)
παχλαδόκκο
[paxlaʹðoko]
Φάρασ.
Από το ουσ. παχλά (θ. παχλαδ-) και το υποκορ. επίθμ. -όκκο.
1. Φασόλι, θωπευτ.
:
Παχλαδόκκα σο χαλκί σην παρκαμίνα
(Φασόλια στην κατσαρόλα στη φωτιά)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
2. Φασολάκια φρέσκα
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025