παχουλάντημα
(ουσ. ουδ.)
παχουλάνdημα
[paxuˈlandima]
Μισθ.
Από το ρ. παχουλαντίζω και παραγωγ. επίθμ. -μα.
Ζήλια
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025