πεζόκκο
(ουσ. ουδ.)
πεζόκκο
[peˈzoko]
Φάρασ.
Από το ουσ. πετζέ και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Παράθυρο
Συνών.
πέντζερε :1
Τροποποιήθηκε: 15/10/2025