μεσές (II)
(ουσ. ουδ.)
μεσ̑ές
[meˈʃes]
Ανακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. massa = βουκέντρα (< αραβ. masus), όπου και τύπ. masa και meşes (Dankoff 1995: 104- 105, Tietze 2016: λ. massa).
Bουκέντρα
Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025