γιαπίχι
(ουσ. ουδ.)
γιαπι̂́χ
[ʝaʹpɯx]
Φάρασ.
Από το παλαιότ. και διαλεκτ. τουρκ. ουσ. yapık = α) κουβέρτα αλόγου β) κάπα γ) γυναικείο στολίδι κεφαλης δ) κεφαλομάντηλο (Redhouse).
Κεφαλομάντηλο
Τροποποιήθηκε: 19/02/2026