ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

γιαραδιάρης (επίθ.) γιαραγιάρ' [ʝaraˈʝar] Αξ. Από το ουσ. γιαράς (θ. πληθ. γιαράδ-) και το παραγωγ. επίθμ. -ιάρης.
Αυτός που φέρει πληγές, πληγωμένος, τραυματισμένος Αξ. : Χεγός κλώγ̑' γιαραγιάρ' (Ο Θεός τριγυρνά πληγιασμένος) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. γιαραλής, κρούω, χτρίζω :3
Τροποποιήθηκε: 04/09/2025