ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πολίτικος (επίθ.) πολίτικος [poʹlitikos] Σινασσ. Μεσν. επίθ. πολίτικος (LBG, Κριαρ.)
1. O σχετικός με ή προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη ό.π.τ. : Πολίτικα σέγια (Κεράσματα κωνσταντινουπολίτικου τύπου, εν αντιθέσει προς τα τοπικά, τα σινασσίτικα) Σινασσ. -Τακαδόπ. Ε, άλλο σώνουν τα πολίτικα τα χορούς (Ε, φτάνουν πια οι ξενόφερτοι χοροί της Πόλης) Σινασσ. -Τακαδόπ. Εσύ ξέρεις το τα πολίτικα τα κορίτσια τι σερνικά ποντικούς είναι; (Ξέρεις εσύ τι σερνικά ποντίκια (ακατάστατες και σπάταλες) είναι τα κορίτσια της Πόλης;) Σινασσ. -Τακαδόπ.
2. Το ουδ. πληθ. ως ουσ., το λόγιο υπερτοπικό ιδίωμα της Κωνσταντινούπολης : Πέτα τα σένα τα πολίτικα, τα βαθειά ελληνικά (Πές τα εσύ πολίτικα, γνήσια ελληνικά) Σινασσ. -Τακαδόπ. Έμαθά τα τα πολίτικα ασ' το μπάρμπα σας το Γιωγάν' (Έμαθα να μιλάω πολίτικα από το θείο σας το Γιάννη) Σινασσ. -Τακαδόπ. Κουτί πολίτικα λένε το γουτί (Στα πολίτικα ο διαλεκτικός τύπος "γουτί" λέγεται αλώβητα "κουτί") Σινασσ. -Τακαδόπ. || Φρ. Παγαίν' να μιλήσει πολίτικα, χάν' και τα σινασσίτικα (Πάει να μιλήσει πολίτικα, χάνει και τα σινασίτικα˙ για αυτούς που μιλάνε με λάθη και υπερδιορθώσεις το πολίτικο ιδίωμα) Σινασσ. -Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026