χασαπτζής
(ουσ. αρσ.)
qασαπτζ̑ής
[qasap'dʒis]
Φάρασ.
Από το παλαιότ. τουρκ. ουσ. kasapçı = χασάπης.
Χασάπης
:
Ηύρε α qασαπτζ̑ής
(Βρήκε έναν χασάπη)
Φάρασ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026