ουσταλίχι
(ουσ. ουδ.)
ουσταλι̂́χ'
[ustaˈlɯx]
Αξ.
ουσταλίχι
[ustaˈliçi]
Φάρασ.
Απο το τουρκ. ουσ. ustalık = α) μαστοριά, επιδεξιότητα, τέχνη β) επαγγελματισμός.
2. Μαεστρία
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025