ουρπερτίζω
(ρ.)
ουρπερτίζω
[urperˈtizo]
Μαλακ.
Αόρ.
ουρπέρ'σα
[ur'persa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ρ. ürpermek = α) ανατριχιάζω β) τρέμω.
Ανατριχιάζω
Συνών.
βολονιάζω :2, συντρομάζω
Τροποποιήθηκε: 25/10/2024