ούστατζης
(ουσ. αρσ.)
ούστατζης
[ˈustatzis]
Τσαρικ.
Από την τουρκ. φρ. usta işçi = επιδέξιος εργάτης. Εναλλακτικά, από το ουσ. ουστάς με επίδρ. άλλων επαγγελματικών ουσ. σε -τζής.
Μάστορας
Συνών.
μάστορας :1, ουστάς :1
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025