ουστελίκ
(επίρρ.)
ουστελίκ
[usteˈlik]
Σινασσ.
Από το τουρκ. επίρρ. üstelik = επιπλέον.
Επιπλέον
Συνών.
κιόλας :1
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025