απέρριμα
(ουσ. ουδ.)
'πέριμμα
[ˈperima]
Μισθ.
πέρρεβμα
[ˈperevma]
Φλογ.
Από το μεταγν. ουσ. ἀπόριμμα αναλογ. προς το ρ. απερρίφτω.
Πρόωρο νεογνό, προϊόν έκτρωσης ή αποβολής
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025