πλάκουτσα
(ουσ. θηλ.)
πλάκουτσα
[ˈplakutsa]
Φάρασ.
Πιθ. από το ουσ. πλάκα και το παραγωγ. επίθμ. -ούτσα. πβ. ποντ. πλακούτζα = μικρή πλάκα.
Παιχνίδι με πλακωτές πέτρες που παιζόταν από αγόρια
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026