ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σασιτιρντίζω (ρ.) σ̑ασ̑ι̂τι̂ρτίζω [ʃaʃɯtɯrˈtizo] Μαλακ. σ̑ασ̑ι̂τι̂ρdίζου [ʃaʃɯtɯrˈdɯzu] Μισθ. Αόρ. σ̑ασ̑ι̂τι̂ρσα [ʃaʃɯˈtɯr'sa] Μαλακ. Από το τουρκ. ρ. şaşırtırmak = κάνω κάποιον να εκπλαγεί.
1. Κάνω κάποιον να τα χάσει Αξ., Μαλακ.
2. Μπερδεύομαι Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025