σασιτιρντίζω
(ρ.)
σ̑ασ̑ι̂τι̂ρτίζω
[ʃaʃɯtɯrˈtizo]
Μαλακ.
σ̑ασ̑ι̂τι̂ρdίζου
[ʃaʃɯtɯrˈdɯzu]
Μισθ.
Αόρ.
σ̑ασ̑ι̂τι̂ρσα
[ʃaʃɯˈtɯr'sa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ρ. şaşırtırmak = κάνω κάποιον να εκπλαγεί.
1. Κάνω κάποιον να τα χάσει
Αξ., Μαλακ.
2. Μπερδεύομαι
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025