ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σκύλος (ουσ. αρσ.) σκύλος [ˈscilos] Τελμ. σκούνdους [ˈskundus] Σίλ. Πληθ. σκούντζ̑ιροι [ˈskundʒiri] Σίλ. Μεσν. ουσ. σκύλος. Ο τύπ. σκούνdους πιθ. σχετίζεται με το παλ. αρμεν. շուն (šun) = σκύλος.
1. Σκύλος ό.π.τ. : || Φρ. Κιάταν του σκούνdου αβλαdά μύγες (Σαν τον σκύλο κυνηγάει μύγες˙ για αργόσχολους) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Συνών. σκυλί :1
2. Υβριστ. χαρακτηρισμός ανθρώπου Τελμ. : || Ασμ. Εγώ δε σμίγω με τον αλλόπιστον το μύρο μου σκύλο μαγαρισμένο και ακοινώνητο (εγώ δεν σμίγω το μύρο μου με τον αλλόπιστο, σκύλο μαγαρισμένο και ακοινώνητο) Τελμ. -Αινατζ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026