ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τακικά (ουσ. ουδ.) τακικά [taciˈka] Αξ. τακικέ [taciˈce] Αραβαν. τακέτι [taˈceti] Φάρασ. Αρσ. τ͑ακ͑ικ͑ές [tʰakʰiˈkʰes] Φάρασ. τ͑ακ-κάς [tʰakˈkas] Αφσάρ. Πληθ. τακικάγια [taciˈkaʝa] Αξ. τακικέρια [taciˈcerʝa] Αραβαν. Από το τουρκ. (< αραβ.) ουσ. dakika, όπου και τύπ. dakka (Redhouse) = α) λεπτό της μοίρας β) λεπτό της ώρας. H λ. ήδη μεσν. με τύπ. τακικόν, πληθ. τακικά, απευθείας δάν. από την αραβ. (LBG).
1. Λεπτό της ώρας ό.π.τ. : Λίγα τακικέρια σόνgρα το παλληκάρ' ήρτε σο γιαυτό τ' (ύστερα από λίγα λεπτά το παλληκάρι συνήλθε) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Παρακαλεί τ' βασ̑ιλιού το παιγί να το ντώκ' ντέκα τακικάγια μουσαdέ (Παρακαλεί τον γιο του βασιλιά να του δώσει δέκα λεπτά προθεσμία) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Τ̔ακ-κάς τ͑ακ-κάς δεβαίνει ο ταρός (Λεπτό με λεπτό περνάει ο καιρός) Αφσάρ. -Αναστασ.Σ.
2. Στιγμή Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 22/01/2026