ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τάκος (ουσ. αρσ.) τάκος [ˈtakos] Γούρδ. τάκους [ˈtakus] Μαλακ. Νεότ. ουσ. τάκος (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το βενετ. taco /ιταλ. tacco = κομμάτι ξύλου ή τάπα. Πβ. και τουρκ. takoz = α) σφήνα β) τάπα γ) ως διαλεκτ. σημ., χοντρό κομμάτι ξύλου δ) διαλεκτ., κομμάτι παλαμίδας, δάν. από την ελλ. (Nişanyan 2022, λ. takoz).
1. Χοντρό κομμάτι ξύλου που χρησιμεύει ως κάθισμα για το άρμεγμα των ζώων Γούρδ.
2. Τεμάχιο λακέρδας Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026