τάι
(ουσ. ουδ.)
τ͑άι
[ˈtʰai]
Αξ., Αραβαν., Μισθ., Ουλαγ., Τσαρικ., Φάρασ., Φλογ.
τάγι
[ˈtaʝi]
Αραβαν., Μαλακ.
Πληθ.
τάγια
[ˈtaʝa]
Μαλακ.
τ͑άγια
[ˈtʰaʝa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. tay = πουλάρι αλόγου.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025