σταυρογαλίνα
(ουσ. θηλ.)
σταυρογαλίνα
[stavroɣaˈlina]
Αξ.
Από τα ουσ. σταυρός και γαλίνα. Πβ. μεσν. ουσ. σταυροβότανο, σταυρόχορτον. Ωστόσο, δεν αποκλείεται το α΄ συνθ. να είναι το επίθ. στραβός, όπου και τύπ. σταβρό.
Είδος εδώδιμου χορταρικού με σγουρά φύλλα
Πβ.
γαλίνα
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026