ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σταυρωτός (επίθ.) σταυρωτό [stavroˈto] Μισθ. Πρώιμ. μεσν. επίθ. σταυρωτός = που έχει την μορφή σταυρού.
Tοποθετημένος επί άλλου αντικειμένου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζεται σταυρός : Ντα ντεματικά σ̑άνιξαν ντα σταυρωτά φκόνια (Τα δεμάτια τα κάνανε σταυρωτούς σωρούς) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026