ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σταύρωμα (ουσ. ουδ.) σταύρουμα [ˈstavruma] Σίλ., Φάρασ. Αρχ. ουσ. σταύρωμα = η περίφραξη με πασσάλους.
1. Η σταύρωση Φάρασ.
2. Τελετουργική κίνηση σχηματισμού σταυρού με το χέρι Σίλ. : Ρε σέλει σταύρουμα τ’ παιρί (δεν θέλει σταύρωμα το παιδί) Σίλ. -Κωστ.Σ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026