τσιζί
(ουσ.)
τσ̑ιζί
[tʃiˈzi]
Σινασσ., Φάρασ.
τζιζί
[dziˈzi]
Φλογ.
τζιζού
[dziˈzu]
Μισθ.
τζ̑ιτζ̑ί
[dʒiˈdʒi]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. çizi και çizgi = γραμμή.
1. Γραμμή, χαράκι
Μισθ., Σινασσ., Φάρασ., Φλογ.
:
'γάλια ντά γράμμαδα σ' να τσείνdι σου τζιζού απάν'
(Πρόσεχε τα γράμματά σου να είναι πάνω στην γραμμή)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Ταύρισεν ένα τζιζί
(Τράβηξε μία γραμμή)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
2. Προκαθορισμένο, νόμιμο
Σινασσ.
β.
Σημείο του χώρου που τίθοταν κατά την διάρκεια ενός παιχνιδιού ως το σημάδι στο οποίο όποιος από τους παίχτες έριχνε πιο κοντά την πέτρα του, κέρδιζε το προνόμιο να ξεκινήσει πρώτος στο κυρίως παιχνίδι
Μισθ.
:
Ότις έρτ' κουνdά 'ς του τζ̑ιτζ̑ί γ̇ινdά
(Όποιου η πέτρα πέσει πιο κοντά στο σημάδι αυτός κερδίζει
)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
|| Φρ.
Να σ̑ερουμ’ σου τζ̑ιτζ̑ί
(Να ρίξουμε στο σημάδι
˙
η φρ. που έλεγαν τα παιδιά προκειμένου να ξεκινήσει η ρίψη πετρών προς το σημάδι)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025