τσάι (II)
(ουσ. ουδ.)
τσ̑άι
[ˈtʃai]
Καππ.
Από το νεότ. ουσ. τζάι (και τσάγι), το οπ. από το τουρκ. ουσ. çay = τσάι.
1. Το ρόφημα τσάι
2. Γενικότ., αφέψημα βοτάνων
Φάρασ.
:
Παπούκας σωρεύκει τσάι σο ρουμάνι για το σ̑ειμό· ποναίνκει τσ̑οιλιά, γαφά πιένουμ' τζαι δεβαίνουν
(Ο παππούς μαζεύει βότανα στο δάσος για το χειμώνα· πονάει η κοιλιά, το κεφάλι, πίνουμε και περνάνε)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025