ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσάι (II) (ουσ. ουδ.) τσ̑άι [ˈtʃai] Καππ. Από το νεότ. ουσ. τζάι (και τσάγι), το οπ. από το τουρκ. ουσ. çay = τσάι.
1. Το ρόφημα τσάι
2. Γενικότ., αφέψημα βοτάνων Φάρασ. : Παπούκας σωρεύκει τσάι σο ρουμάνι για το σ̑ειμό· ποναίνκει τσ̑οιλιά, γαφά πιένουμ' τζαι δεβαίνουν (Ο παππούς μαζεύει βότανα στο δάσος για το χειμώνα· πονάει η κοιλιά, το κεφάλι, πίνουμε και περνάνε) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025