τσιπλάκος
(επίθ.)
τσ̑ιπλάχος
[tʃiˈplaxos]
Φάρασ.
τσ̑ιπλάχους
[tʃiˈplaxus]
Φάρασ.
τσ̑ιλπάχους
[tʃilˈpaxus]
Φάρασ.
τσιπλάχ'
[tsiˈplax]
Μπέηκ., Τροχ.
τζ̑ιπλάq
[dʒiˈplaq]
Φλογ.
τζ̑ιbλάq
[dʒiˈblaq]
Φλογ.
τσ̑ιbλάχ'
[tʃiˈblax]
Μισθ.
τζιbλάχης
[dziˈblaçis]
Σινασσ.
τσ̑ιπλάχι̂ς
[tʃiˈplaçɯs]
Σίλ.
τζιbλάχ'
[dziˈblax]
Δίλ.
Θηλ.
τσιπλάχα
[tsiˈplaxa]
Σίλ.
Ουδ.
τσ̑ιπλάχ̇ι
[tʃiˈplaxi]
Σίλ., Φάρασ.
τζιbλάχ'
[dziˈblax]
Σινασσ.
τσ̑ιλπάχ̇ι
[tʃilˈpaxi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. çıplak (παλαιότ. cıblak) = γυμνός, όπου και διαλεκτ. τύπ. çılpak, cıblak , cılbak. Η λ. ήδη νεότ. με τύπ. τσουπλάκης (Λεξ. Κριαρ.)
1. Γυμνός
ό.π.τ.
:
'πομνίσ̑κει τζ̑ιπλάχ
(Μένει γυμνός)
Φλογ.
-Dawk.
Το θωρεί τζ̑ιbλάχ, να δώκ σεράνdα qομάρα λίρες
(Αυτός που τη βλέπει γυμνή, να δώσει σαράντα φορτία με χρυσές λίρες)
Φλογ.
-Dawk.
Τσιbλάχ' ξέβης όξου
(Γυμνός βγήκες έξω)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Μη τση ντεϊστουρτζίεις τσιπλάχα, μέσα τσης τούρτσισ' τα 'πό 'να πετσ̑άτα ξερή
(Μη την αλλάζεις γυμνή, τα μέσα της τύλιξέ τα με μιά στεγνή πετσέτα)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Τσιbλάχια κλώιξαμ' σου παμπούρ' μέσα
(Γυμνοί γυρίζαμε μέσα στο βαπόρι)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Καλά τσι ’ς μπανιέρα μέσα 'τουν μείς κρεύεις μαγιό; ογώ τσιbλάχ' μαίνου
(Καλά, και στην μπανιέρα μέσα όταν μπεις θέλεις μαγιό; Εγώ μπαίνω γυμνός)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Συνών.
ξυμνό
2. Ως ουδ. πληθ., γυμνό μέλος του σώματος
Σινασσ.
3. Μτφ., φτωχός και κακομοίρης
Μισθ., Μπέηκ.
:
"Έλα μην πας», είπεν με· «Γιουνάν είναι τσιπλάχ'»
("Έλα μην πας», μου είπε· «Ο Έλληνας είναι κακομοίρης»)
Μπέηκ.
-ΚΜΣ-Έξοδος Β
Τροποποιήθηκε: 20/04/2026