τσιρατιώνα
(ουσ. ουδ.)
τσιρατιώνα
[tsiraˈtçona]
Φλογ.
Πιθ. από το ουσ. τσιρέκι και το παραγωγ. επίθμ. -ιώνα.
Προεξοχή του τοίχου που χρησίμευε ως εταζέρα
Τροποποιήθηκε: 20/01/2026