τσίριγμα
(ουσ. ουδ.)
τσ̑ίριγμα
[ʹtʃiriɣma]
Φάρασ.
Από το ρ. τσιρίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Δυνατή, απειλητική και επιτακτική άναρθρη κραυγή
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026