τσιρλίζω
(ρ.)
τσιρλίζω
[tsirˈlizo]
Μισθ.
Από το νεότ. ρ. τσιρλίζω (Λεξ. Σομ., λ. τσιλίζω), το οπ. με μεταπλ. από το μεσν. ρ. τσιρλῶ < τσιλῶ, με ανάπτυξη [r] και μεταπλ. αναλογ. προς τα ρ. σε -ίζω.
Παθαίνω διάρροια
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025