ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσίπρα (ουσ. θηλ.) τσ̑ίπρα [ˈtʃipra] Μισθ. Πληθ. τσ̑ίπρες [ˈtʃipres] Μισθ. τσίπρις [ˈtsipris] Μισθ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. çipre και cıbra = μύτη του καλεμιού (THADS 3, λ. cıbra I, çipre).
Βελόνι πλεξίματος, καλτσοβελόνα Μισθ. : Με ντα τσίπρις πλέχιξαμ' ντα μπιόρτσια (με βελόνες πλέκαμε της κάλτσες) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. μίλι, τσιμπίδι, τσόπι
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025