τσίπρα
(ουσ. θηλ.)
τσ̑ίπρα
[ˈtʃipra]
Μισθ.
Πληθ.
τσ̑ίπρες
[ˈtʃipres]
Μισθ.
τσίπρις
[ˈtsipris]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. çipre και cıbra = μύτη του καλεμιού (THADS 3, λ. cıbra I, çipre).
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025