ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τρέξιμο (ουσ. ουδ.) τρέξιμο [ˈtreksimo] Γούρδ. τρέξ̑ιμο [ˈtrekʃimo] Αξ. τρέξιμου [ˈtreksimu] Μισθ. Νεοτ. ουσ. τρέξιμον (Λεξ. Σομ. λ. correnza), το οπ. από το ρ. τρέχω και το παραγωγ. επίθμ. -σιμον > -σιμο.
Το τρέξιμο, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρ. τρέχω ό.π.τ. : Σου τρέξιμου μοιάζου αν ντ’ άλουγου (στο τρέξιμο ομοιάζω σαν άλογο) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026