τρέμω
(ρ.)
τρέμω
[ˈtremo]
Γούρδ., Σινασσ., Τελμ.
Παρατατ.
τρέμισ̑κα
[ˈtremiʃka]
Ανακ.
Αρχ. ρ. τρέμω.
1. Τρέμω, σείομαι από μικρές ενδογενείς επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις
ό.π.τ.
:
Τρέμισ̑κα και λαχτήθα σο στρώμα μου
(Έτρεμα από τον φόβο μου και χώθηκα στο στρώμα μου)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Συνών.
τιτιρεντίζω, τρομάζω :1
2. Για άψυχο, δονούμαι, σείομαι
ό.π.τ.
:
|| Φρ.
Τρέμ' η καργιά μ' σαν το γεφύρ’
(Τρέμει η καρδιά μου σαν το γεφύρι˙ νιώθω αγωνία ή φόβο)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
|| Ασμ.
Αν του τρέμ' καρδίτζα μου να τρέμει και το γιοφύρ'
(όπως τρέμει η καρδούλα μου, να τρέμει και το γεφύρι)
Τελμ.
-Αινατζ.
Συνών.
τρομάζω :2
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026