ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φάκατ (σύνδ.) φάκατ [ˈfakat] Αξ., Σίλ. Από τον τουρκ. (< αραβ.) συνδ. fakat = αλλά, όμως.
Παρατακτ. αντιθετ. σύνδεσμος, αλλά ό.π.τ. : Βασ̑ιλιό μ’, τα χρόνια σ’ ας είνdαι πολλά, φάκατ ατό το λες ντέμ μπορ' να γενεί (Βασιλιά μου, τα χρόνια σου ας είναι πολλά, αλλά αυτό που λες δεν μπορεί να γίνει) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Τρέει και κλώει να το ηύρ', φάκατ εκείνο γένεν γαΐπ (Τρέχει και γυρίζει να τον βρει, αλλά εκείνος έγινε άφαντος) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Τα φσ̑άχα και τα dυό γούλτωσαν, φάκατ εκείνο ζαβαλλούς χαbάρ' ντέν έσ̑' (Τα παιδιά γλύτωσαν και τα δύο, αλλά εκείνος ο φουκαράς δεν έχει ιδέα) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Βασ̑ιλιός αψούσ̑κα ανgνάντσεν dο το μεσελέ, φάκατ bοίκεν σάbουρ (Ο βασιλιάς αμέσως κατάλαβε την υπόθεση, αλλά έκανε υπομονή) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. αλλά, αμμά, για, λάκιν
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026