φακλώνω
(ρ.)
φακλώνω
[faˈklono]
Αξ.
Αγν. ετύμ. Πιθ. σχετιζόμενο με το διαλεκτ. ρ. γαγγλώνω = α) κατσαρώνω β) φουντώνω (Μεγίστη, Λυκία), αναπτύσσομαι, όπου και διαλεκτ. τύπ. βαγγλώνω Ρόδ. (βλ. ΙΛΝΕ, λ. γαγγλώνω, διαγκλώνω).
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025