ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσοχπίρ (επίρρ.) τσ̑οχπίρ [tʃοxˈpir] Φάρασ. τσ̑όχπιρ [ˈtʃoxpir] Φάρασ. Κατά τον Ανδριώτη (1948: 79), από τουρκ. φρ. çok bir.
1. Διόλου Συνών. γάτιαν, γιοκ, καθόλου :1, ντιπ :2, χιτς
2. Σπανίως : Τσ̑οχπίρ 'ρτι-αίνκανε τα γιαγνίσ̑α μου (Σπάνια διόρθωναν τα λάθη μου) Φάρασ. -Bağr.
Τροποποιήθηκε: 22/05/2025