ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χαίνω (ρ.) Παρατατ. έχανα [ˈexana] Φάρασ. Από το μεταγν. ρ. χαίνω = χάσκω, μένω με ανοικτό στόμα, πβ. και αρχ. χάσκω.
Χάσκω, μένω ανοικτός : Έχανεν το στόμαν ντου (Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο) Φάρασ. -Dawk.
Τροποποιήθηκε: 25/10/2024