χαϊρέτι (I)
(ουσ. ουδ.)
χαϊρέτ'
[xaiˈret]
Σινασσ., Τροχ.
χαϊρέτσι
[xaiˈretsi]
Τελμ.
χαϊράτι
[xaiˈrati]
Τελμ.
Πληθ.
χαϊρέτια
[xaiˈretça]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. hayrat = α) ευαγές ίδρυμα β) αγαθοεργία, ελεημοσύνη. Η λ. και Κρήτ.
1. Πηγάδια που άνοιγαν για την ανάπαυση των ψυχών ευλαβών ευεργετών
Αξ., Σινασσ.
:
Δώκεν ταγοπόσα λίρες και άνοιξεν ένα πηγάδ᾽ για να πιούνε τα παιδιά νερό για την ψυχή των γονιών του. Χαϊρέτ' τράνα μια φορά!
(Έδωσε τόσες λίρες και άνοιξε ένα πηγάδι για να πιούνε τα παιδιά νερό γι την ψυχή των γονιών του. Για δες μια δωρεά!)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
2. Ως επίθ., δωρεάν προσφερόμενος ως αγαθοεργία
Τροχ.
:
Χαϊρέτ' χάν'
(Χώρος δωρεάν φιλοξενίας ταξιδιωτών)
Τροχ.
-ΚΜΣ-ΚΠ290
Συνών.
μπενταβά, τζάμπα :1, τζαμπαντάν
3. Eλεημοσύνη
ό.π.τ.
:
|| Παροιμ.
Το ζανgινίκ δεν το χάνεις με το να δέκεις σο φικαρά χαϊρέτσι
(Τα πλούτη δεν τα χάνεις με το να δώσεις στο φτωχό ελεημοσύνη˙ Για την σημασία της ελεημοσύνης)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
χαΐρι
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025