χαΐφι
(ουσ. ουδ.)
χαΐφι
[xaˈifi]
Τελμ.
χαΐφ'
[xaˈif]
Ανακ.
Aπό το τουρκ. ουσ. hayıf = α) κρίμα, ως επιφών. β) βία, αδικία.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026