χαιρετώ
(ρ.)
χαιρετώ
[çereʹto]
Σίλ., Σινασσ., Τελμ.
σ̑αιρετώ
[ʃereʹto]
Ανακ., Αραβαν., Σινασσ.
Από το μεσν. ρ. χαιρετῶ, το οπ. με μεταπλ. από μεταγν. ρ. χαιρετίζω.
Χαιρετώ
ό.π.τ.
:
Οι γόνοι των παλληκαριών ήταν ατέτ να παν στην Παναγιά να σ̑αιρετήσουν τα παιδιά των και τα παιδιά ήταν ατέτ να τους γαρσουλατήσουν
(Οι γονείς των νεαρών ήταν έθιμο να πάνε στην εκκλησία να χαιρετήσουν τα παιδιά τους και τα παιδιά ήταν έθιμο να τους προϋπαντήσουν)
Σινασσ.
-Ρίζ.
Xαιρετά τσ̑ην 'εναίκαν dου. αφήν̑-ν̑ει, παγαίν̑-ν̑ει
(Αποχαιρετά την γυναίκα του, σηκώνεται και φεύγει)
Σίλ.
-Dawk.
|| Φρ.
σ̑αιρέτανεν το παγρί
(Χαιρετούσε το πήλινο πιθάρι˙ Η νύφη κάθε πρωί έκανε επίσκεψη στον χώρο φύλαξης των πιθαριών και χαιρετούσε λέγοντας ευχή)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
|| Ασμ.
Από κοντά τον χαιρετά, και από μακριά τον λέγει
σήκω, σήκω, κυρ Kωσταντή, κι ο βασιλιάς σε θέλει (Από κοντά τον χαιρετά κι από μακριά του λέει
Σήκω, σήκω κυρ Κωσταντή κι ο βασιλιάς σε θέλει) Σινασσ. -Lag. Συνών. προσκυνώ :2
σήκω, σήκω, κυρ Kωσταντή, κι ο βασιλιάς σε θέλει (Από κοντά τον χαιρετά κι από μακριά του λέει
Σήκω, σήκω κυρ Κωσταντή κι ο βασιλιάς σε θέλει) Σινασσ. -Lag. Συνών. προσκυνώ :2
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025