χαμίζω
(ρ.)
χαμνίζω
[xaˈmnizo]
Αξ.
Από το επίθ. χαμ, όπου και τύπ. χάμι, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Για τη σημ. βλ. χαμ 2.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026