ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χαμίζω (ρ.) χαμνίζω [xaˈmnizo] Αξ. Από το επίθ. χαμ, όπου και τύπ. χάμι, και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Για τη σημ. βλ. χαμ 2.
Ξεμουδιάζω, συνηθίζω σιγά σιγά το ζώο στην δουλειά ύστερα από ξεκούραση Αξ. Συνών. χαμλαντίζω
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026