χωραφάς
(ουσ. αρσ.)
χωραφάς
[xoraˈfas]
Ανακ.
Από το μεταγν. ουσ. χωράφιον και το επίθμ. -ας. Η λ. ως επών. ήδη νεότ. (16ος αι.).
Γεωργός
Συνών.
χωραφάτης, ζευγαράς, ζευγαράτης, ρεσπέρης, τσιφτσής
Τροποποιήθηκε: 03/08/2026