ψέλος
(ουσ. ουδ.)
ψέλος
[ˈpselos]
Αξ.
ψέ'ος
[ˈpseos]
Φάρασ.
ψέλο
[ˈpselo]
Ανακ.
Αρσ.
ψέος ο
[ʹpseos]
Φάρασ.
Μεσν. ουδ. ουσ. τὸ ψῆλος, από το επίθ. ψηλός υποχωρητ., αναλογ. κατά τα ύψος, πλάτος, φάρδος κτο., Ο τυπ. αρσ. με αλλαγή γέν. λόγω της ομοιότητας με το κλιτ. επίθμ. των δευτερόκλιτων αρσ. ουσ. (Ανδριώτης 1948: 38).
Ύψος
ό.π.τ.
:
Το ψέος του κατζίουν
(Το ύψος των βράχων)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ345Β
Εδά σο ψέλο, ασ' σα μιναρέδια απάνω να μη βγ̇ει
(Τόση (η εκκλησία) στο ύψος, ώστε να μην βγει πάνω από τους μιναρέδες)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Του καρυδού ο μεϊβάς σο ψέος του κορα̈́ ένι πολύ μιτσίκ-κο
(O καρπός της καρυδιάς, αναλογικά με το ύψος της, είναι πολύ μικρός)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
αψέλωμα, μπόι :1, ψηλοσύνη
Τροποποιήθηκε: 08/05/2025