ψεματιώτικος
(επίθ.)
ψεματιώτικο
[psemaˈtçotiko]
Φλογ.
Aπό το ουσ. ψέμα (θ. ψεματ-) και το παραγωγ. επίθμ. -ιώτικος.
Ψεύτικος
Συνών.
γαλπαζάνος :2, κάλπι, κελετέ, τενεκιώνας :2, ψεματιώνας, ψευτίτικος, Αντίθ
αληθιώνας
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026