ψηλίτσικα
(επίρρ.)
ψελίσ̑κα
[pseˈliʃka]
Αξ., Αραβαν.
Από το επίρρ. ψηλά, όπου και τύπ. αψελά, και το παραγωγ. επίθμ. -ίτσικα.
Πολύ ψηλά
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025